Μια φορά κι έναν καιρό στο νησί της Κάντιας…

🇮🇹 Italiano | 🇬🇧 English

Μια φορά κι έναν καιρό,

στο μεσογειακό νησί της Κάντιας, στις Καλαθένες, νότια από το Καστέλλι Κισσάμου,
βρισκόταν ένα ταπεινό αγροτικό σπίτι όπου μια απελπισμένη μάνα ζύμωνε παξιμάδια για τον γιο της.
Τα ζύμωνε με τα δάκρυα και με τα μοιρολόγια της. Και με τους αναστεναγμούς επύρωνε
τον φούρνο: «Παιδί μου», ψιθύριζε μέσα στον πένθιμο αναστεναγμό της, «Μισεύγεις γιε μου στα
μακριά και στον αλάργο κόσμο κι ατζέμπας να σε ξαναδω…», για να καταλήξει σε ασταμάτητο
κλάμα.
Εκείνη την ημέρα, ο μεγαλύτερος από τους τέσσερις γιους της αποσπάστηκε από το
αγροτόσπιτο του φέουδου υπηρεσίας και οδηγήθηκε, μαζί με άλλους νέους, στο λιμάνι των
Χανίων, ώστε να επιβιβαστεί ως κωπηλάτης, καταναγκαστικός ερέτης, σε μία από τις οκτώ
γαλέρες που είχαν ετοιμαστεί για το μακρύ ταξίδι προς τη Βενετία και κατόπιν προς τις ακόμη
πιο μακρινές Φλάνδρες…

Με αυτή τη σχεδόν παραμυθένια μορφή, θέλησα να αποδώσω την ατμόσφαιρα που
επικρατούσε κατά την αρχική φάση της Ενετοκρατίας στο «Βασίλειο της Κρήτης», τη σημερινή
Κρήτη, η οποία διήρκεσε σχεδόν πεντακόσια χρόνια από τις αρχές του 13ου αιώνα.
Η έμπνευση προήλθε από το τραγούδι «Μια μαύρη μάνα», ένα ριζίτικο της δυτικής Κρήτης και
ιδιαίτερα της περιοχής των σημερινών Χανίων, του οποίου οι αργοί και επαναλαμβανόμενοι
στίχοι ανακαλούν τις αγγαρείες στις γαλέρες — τα παλιά ενετικά πλοία —, την πιο σκληρή
μορφή καταναγκαστικής εργασίας που επιβλήθηκε στους κατοίκους του νησιού αμέσως μετά την
κατάκτησή του. Όπως επισημαίνει η Ρενάτα Σαλβαράνι στο διαφωτιστικό της δοκίμιο «Creta, le
origini della colonizzazione veneziana» (Κρήτη, οι ρίζες της Ενετοκρατίας), «ο έλεγχος των
λιμανιών και των οχυρών της Κάντιας ήταν καθοριστικός για την ίδια την επιβίωση της πόλης ως
εμπορικής και ναυτικής δύναμης, η οποία συχνά κατέστελλε με αίμα τις εξεγέρσεις των
αυτοχθόνων».

«E fo delibera di partir la dita isola tra zentilhomeni e populari, che volesse andar ad habitar in
quella isola con le so femene.»1

Κατά το αρχικό στάδιο (1210–1252) της Ενετοκρατίας στην Κάντια — η οποία είχε
προηγουμένως αποκτηθεί από τον Βονιφάτιο Α΄, μαρκήσιο του Μομφερράτου, το 1204, μετά τη
λεηλασία της Κωνσταντινούπολης κατά την Δ΄ Σταυροφορία — σημειώθηκε ένα πρώτο κύμα
μετανάστευσης Βενετών εποίκων: ευγενών, ιπποτών, πεζών στρατιωτών και απλών πολιτών.
Αρχικά, η Γαληνοτάτη Βενετική Δημοκρατία δεν ενδιαφερόταν για την κυριαρχία ολόκληρου του
νησιού, αλλά κυρίως για τα τρία βόρεια λιμάνια, τα οποία θεωρούσε ασφαλείς ναυτικές βάσεις
και στρατηγικά σημεία ελέγχου των εμπορικών δρόμων, όπως υπενθυμίζουν η Αλμπέρτα Γκάλα
και ο Μικέλε Μπουονσάντι στο οδοιπορικό ημερολόγιό τους «Candia veneziana. Itinerari di
viaggio nella memoria storica di Creta».

Αυτή η άποψη υποστηρίζεται από τον ειδικό στη βυζαντινή ιστορία Φρέντι Θιριέ, στη διατριβή
του «Sui dissidi sorti tra il Comune di Venezia e i suoi feudatari di Creta nel Trecento»,
προσθέτοντας ότι «το αδάμαστο πνεύμα των Κρητών και η αντίστασή τους κατέστησαν
αναγκαία την κατάκτηση του νησιού, αυτού του “ιππότη του Αρχιπελάγους”, σύμφωνα με την
εύστοχη έκφραση του βενετο-Κρητικού ιστορικού Ανδρέα Κορνάρου» στο έργο του «Historia di
Candia».

Η οργάνωση της αποικίας βασίστηκε στη διαίρεση σε σεστιέρια — χαρακτηριστικό που διακρίνει
ακόμη και σήμερα τη Βενετία — ενώ και οι υπόλοιπες κτήσεις του «Stato da Màr»
αντανακλούσαν τη μητρόπολη: κάθε στοιχείο ήταν διαμορφωμένο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση
της Βενετικής Δημοκρατίας.

Συνεχίζει ο Θιριέ:
«Έτσι, από τον δόγη Πιέτρο Τζιάνι και τον Ιάκωβο Τιέπολο, τον πρώτο δούκα της
βενετοκρατούμενης Κρήτης και άνθρωπο με εξαιρετική γνώση των ανατολικών υποθέσεων,
αποφασίστηκε η συνέχιση της κατάκτησης· […] το νησί χωρίστηκε σε σεστιέρια, τα οποία έφεραν
τα ίδια ονόματα με εκείνα της Βενετίας. Τα κρητικά σεστιέρια υποδιαιρέθηκαν με τη σειρά τους
σε τούρμες και οι τούρμες σε καστελλανίες. Μετά τη διανομή, πραγματοποιήθηκε η παραχώρηση
των γαιών που είχαν αποκτηθεί στους πολίτες οι οποίοι είχαν φτάσει από τη Βενετία το 1211.
Στους ευγενείς φεουδάρχες παραχωρήθηκαν οι cavallerie (ιπποτικές κτήσεις), ενώ στους
απλούς πολίτες οι λεγόμενες serventerie (υπηρεσίες πεζικού). Όλοι αναφέρονται στα έγγραφα
ως milites όταν πρόκειται για ευγενείς και ως pedites όταν πρόκειται για λαϊκούς.»

Και στον τομέα της αρχιτεκτονικής, όπως εξηγεί η Τζόελ Νταλέγκρε στο έργο της «Venise en
Crète: Civitas Venetiarum apud levantem», και ειδικότερα στο κεφάλαιο «Une Venise
architecturale», το ενδιαφέρον της Γαληνοτάτης επικεντρωνόταν κυρίως στις υποδομές από τις
οποίες εξαρτιόταν η οικονομική της ανάπτυξη και η άμυνά της. Αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα στην
αναδιοργάνωση των λιμανιών, των νεωρίων, των αποθηκών και των οχυρωματικών έργων, τα
οποία μεταμόρφωσαν ή διαμόρφωσαν εκ νέου το πρόσωπο των πόλεων της Κάντιας — του
σημερινού Ηρακλείου, ήδη τότε πρωτεύουσας του ομώνυμου νησιού —, των Χανίων, του
Ρεθύμνου και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, της Σητείας.

Στα τέλη του 1282, η πρωτεύουσα Κάντια έλαβε από τη Βενετία τα απαραίτητα κονδύλια για την
κατασκευή του πρώτου της νεωρίου. Στις αρχές του 17ου αιώνα τα νεώρια είχαν φτάσει τα
δεκαεννέα, αποτελώντας ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό συγκρότημα για τα δεδομένα της
ανατολικής Μεσογείου.

Όσον αφορά τα Χανιά, σε έγγραφο του 1255 γίνεται ήδη αναφορά σε λιμάνι και νεώριο. Το 1302,
ο Ρέκτορας Μαρίνος Γραδενίγος ζήτησε τη βελτίωση του λιμανιού μέσω έργων που
χρηματοδοτήθηκαν περίπου είκοσι χρόνια αργότερα. Σε ό,τι αφορά το νεώριο, τα οικονομικά
μέσα παρέμεναν ανεπαρκή παρά τις σχετικές αποφάσεις. Οι εργασίες για δύο θολωτές
αποθήκες ξεκίνησαν το 1467, όμως τέθηκαν σε λειτουργία μόλις εξήντα χρόνια αργότερα. Από
εκείνη τη στιγμή οι εργασίες επιταχύνθηκαν, καθώς η οθωμανική απειλή γινόταν ολοένα και πιο
έντονη.
Κατασκευάστηκαν γρήγορα επιπλέον θολωτά κτίσματα, τα οποία στα τέλη του 16ου αιώνα είχαν
φτάσει τα δεκαεπτά, ενώ πραγματοποιήθηκαν και σημαντικά έργα εκσκαφής στους πρόποδες
του λόφου Καστέλλι. Το 1607, παράλληλα με τα έργα επέκτασης του λιμανιού προς τα
βορειοανατολικά, προβλέφθηκε η κατασκευή πέντε ακόμη θολωτών νεωρίων, από τα οποία
υλοποιήθηκαν μόνο τρία. Πρόκειται για το σημερινό συγκρότημα του Νεωρίου Μόρο, όπου
σήμερα στεγάζονται τόσο η Μόνιμη Έκθεση Αρχαίας και Παραδοσιακής Ναυπηγικής, όσο και ο
Ιστιοπλοϊκός Όμιλος Χανίων (ΙΟΧ).

Η Νταλέγκρε φαίνεται να διαπράττει ένα αριθμητικό σφάλμα στην κατά τα άλλα εξαιρετικά
τεκμηριωμένη μελέτη της. Αναφέρει «είκοσι πέντε αψίδες νεωρίων αποπερατωμένες», ενώ στα
σχέδια προκύπτουν είκοσι τρίες (δεκαοκτώ, αν συνυπολογιστεί η διπλή είσοδος του Μεγάλου
Αρσεναλιού, συν πέντε ακόμη), από τα οποία κατασκευάστηκαν τελικά είκοσι μια.

Τα δύο άλλα λιμάνια της βόρειας ακτής δεν προσέφεραν τις κατάλληλες συνθήκες για την
ανάπτυξη μεγάλων νεωρίων. Ούτε στη Σητεία ούτε στο Ρέθυμνο υπήρχαν οι απαραίτητες
προϋποθέσεις, αν και αργότερα στο Ρέθυμνο δημιουργήθηκαν τέσσερις θολωτοί χώροι στη
δυτική πλευρά του φρουρίου, οι οποίοι λειτουργούσαν κυρίως ως απλά καταφύγια.

Τα νεώρια αποτελούνταν από μια σειρά θολωτών αιθουσών μήκους περίπου 49 μέτρων
— αρκετού για να στεγάσει μία γαλέρα —, πλάτους άνω των 8–9 μέτρων και ύψους
περίπου 10 μέτρων. Στα Χανιά επιστέφονταν από τριγωνικά αετώματα και έκλειναν με
βαριές ξύλινες πύλες, οι οποίες επέτρεπαν την είσοδο επαρκούς ποσότητας νερού ώστε
οι γαλέρες να μπορούν να εισέρχονται και να αποθηκεύονται εύκολα.

Η πρωταρχική λειτουργία των νεωρίων ήταν η προστασία των γαλερών από τις
επικίνδυνες χειμερινές θαλάσσιες συνθήκες. Παράλληλα, επέτρεπαν την κατασκευή
νέων σκαφών μόνο για την παράκτια ναυσιπλοΐα μικρής κλίμακας, καθώς επί πολλούς
αιώνες το Αρσενάλι της Βενετίας διατηρούσε το αποκλειστικό προνόμιο της κατασκευής
πολεμικών γαλερών.

Παράλληλα, υπήρχε η ανάγκη επισκευής και συντήρησης των πολεμικών γαλερών, οι
οποίες σε περιόδους ειρήνης βρίσκονταν «σε ετοιμότητα», πάντοτε όμως έτοιμες για
άμεση δράση. Συνήθως στάθμευαν δύο ή τρεις στην Κάντια, δύο στα Χανιά και μία στο
Ρέθυμνο. Σε καιρό πολέμου, η Κάντια όφειλε να είναι σε θέση να εξοπλίσει και να
επανδρώσει δεκατρείς γαλέρες, τα Χανιά οκτώ και το Ρέθυμνο τέσσερις.
Κατά τις πιο έντονες φάσεις των πολέμων εναντίον των Οθωμανών, έως και ογδόντα
γαλέρες χρειάστηκε να σταθμεύσουν στην Κρήτη.

Οι τεχνικές ανάγκες ήταν συνεπώς τεράστιες, όπως και η ανάγκη για εξειδικευμένο
εργατικό δυναμικό. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, οι Προβεντιτόρες
οι ανώτατοι βενετοί αξιωματούχοι και στρατιωτικοί διοικητές — διαμαρτύρονταν για τη
δυσκολία εξεύρεσης ειδικευμένων εργατών. Οι επιδημίες, η μετανάστευση «στη χώρα
των απίστων» λόγω υψηλότερων αμοιβών και η έλλειψη μαθητευομένων επιδείνωναν
το πρόβλημα.

Γνωρίζουμε ότι τεχνίτες από την Κρήτη εργάστηκαν στο Αρσενάλι της Βενετίας, ενώ
πολλοί εγκαταστάθηκαν και στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο σουλτάνος, αναγκασμένος
να ανασυγκροτήσει τον στόλο του μετά την καταστροφή της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου
(1571), προσέφερε σημαντικά καλύτερους μισθούς.

Στην έκθεσή του του 1589, ο Γενικός Προβλεπτής Τζουάνε Μοτσενίγο πρότεινε,
προκειμένου να προσελκυστούν αυτές οι ειδικευμένες εργατικές δυνάμεις, να
προσλαμβάνονται με ευνοϊκούς όρους, να αμείβονται οι μαθητευόμενοι και να παρέχεται
οικονομική στήριξη στους ηλικιωμένους ή ανίκανους προς εργασία τεχνίτες.

Στη διδακτορική της διατριβή στις Αναγεννησιακές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του
Warwick, με τίτλο «Maritime Communities in Late Renaissance Venice: The Arsenalotti
and the Greeks 1575–1600», η Ιωάννα Ιορδάνου περιγράφει τη στενή αλληλεπίδραση
μεταξύ των ελληνικών και δαλματικών μειονοτήτων, οι οποίες είχαν φτάσει στη
Γαληνοτάτη από τις αποικίες του Stato da Màr, και της περιοχής του Αρσενάλι στη
μητρόπολη της Βενετίας.

Στην ίδια τη Βενετία, το σεστιέρο του Καστέλλο δεν αποτελούσε μόνο τόπο
εγκατάστασης της βενετικής εργατικής δύναμης. Υπήρξε επίσης κέντρο εγκατάστασης
ορισμένων από τις σημαντικότερες ξένες κοινότητες που φιλοξενήθηκαν από τη
Δημοκρατία, κυρίως των Ελλήνων και των Δαλματών, πολλοί από τους οποίους βρήκαν
εργασία στη ναυπηγική βιομηχανία και σε άλλες θαλάσσιες δραστηριότητες. Οι Έλληνες
είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τον ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, στην ενορία
του Αγίου Αντωνίνου και στις γειτονικές συνοικίες. Σε μικρή απόσταση βρισκόταν η
Scuola di San Giorgio degli Schiavoni, το πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο της
δαλματικής κοινότητας.
Το Καστέλλο φιλοξενούσε μία από τις διασημότερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις του
ύστερου Μεσαίωνα και της πρώιμης νεότερης εποχής: το περίφημο Αρσενάλι. Εκεί
κατασκευάζονταν, εξοπλίζονταν και καθελκύονταν οι μεγάλες βενετικές γαλέρες και
πολλά άλλα πλοία, συμβάλλοντας καθοριστικά στην οικονομική ευημερία, την εμπορική
και εδαφική επέκταση της Δημοκρατίας, καθώς και στην αμυντική της ισχύ.

Όσον αφορά τις πηγές που χρησιμοποιήθηκαν στην έρευνά μου, σε ορισμένες
περιπτώσεις, όπου κρίθηκε αναγκαίο, παρέθεσα δικές μου μεταφράσεις και
προσαρμογές των πρωτότυπων κειμένων.
Πιστεύω ότι αυτή η συμβολή μου στο θέμα των ενετικών νεωρίων στη σημερινή Κρήτη
μπορεί να αναδείξει τόσο την πολυπλοκότητα όσο και τη μεγάλη γοητεία αυτών των
παλαιών «εργαστηρίων» της ναυτικής τέχνης και τεχνογνωσίας, τα οποία περιέγραψε με
απαράμιλλη δεξιοτεχνία ο Δάντης στο ΚΑ΄ Άσμα της «Κόλασης»:

«Ὅμοια καθὼς στῶν Βενετσιάνων τ’ ἀρσενάλι
βράζει τοὺς μῆνες τοῦ χειμῶνα ἡ πηχτὴ πίσσα
νὰ παλαμίσῃ τὰ φθαρμένα τους καράβια

ποὺ ν᾿ ἀρμενίσουν δὲν μποροῦν, κι ἀντὶς γιὰ τοῦτο
ποιὸς τὸ καράβι ξανακάνει, ποιὸς στουππώνει
ἐκεινοῦ τὰ πλευρὰ ποὺ πλήθια ἔχει ταξίδια,

ποιὸς στὴν πλώρη καρφιὰ χτυπᾶ καὶ ποιὸς στὴν πρύμνη,
ἄλλος φτιάνει κουπιὰ κι ἄλλος τὰ ξάρτια πλέκει,
ποιὸς μαΐστρα μπαλώνει, ποιὸς πανὶ τῆς πρύμνης,

ἔτσι, ὄχι μὲ φωτιά, μὸν ἀπὸ τέχνη θεία
ἀνάβραζ᾿ ἐκεῖ κάτου ὁλόπηχτη μιὰ πίσσα
ποὺ κατανότευε τῆς ὄχθης κάθε μέρος.»2

© Tiziana Cossignani – Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται (κείμενο και φωτογραφίες). 

 

1Ένα ενετικό διάταγμα του 1211 σχετικά με την αποίκιση της Κάντιας. Το διάταγμα αυτό προέβλεπε την
κατανομή του νησιού μεταξύ ευγενών και απλών πολιτών που επιθυμούσαν να μετακομίσουν εκεί μαζί με
τις οικογένειές τους.

2Δάντης Αλιγκέρι, θεία Κωμωδία, Κόλασης, Άσμα εικοστό πρώτο, εδ. 7-18. Μετάφραση: Γ. Καλοσγούρος

Lascia un commento

Il tuo indirizzo email non sarà pubblicato. I campi obbligatori sono contrassegnati *

error: Content is protected !!